Βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια. Που βρισκόμαστε το 2018

Η εμφύτευση των συμβατικών βηματοδοτών απαιτεί μία μικρή χειρουργική επέμβαση περίπου 5 εκατοστών που γίνεται στην περιοχή κάτω από την κλείδα. Ο βηματοδότης αποτελείται από τη συσκευή και τα ηλεκτρόδια (καλώδια). Η συσκευή τοποθετείται στο υποδόριο, ενώ τα ηλεκτρόδια εισάγονται μέσα από την υποκλείδιο φλέβα και οδηγούνται στο εσωτερικό της καρδιάς. Τα βηματοδοτικά ηλεκτρόδια εμφυτεύονται δια βίου, ενώ οι συσκευές αντικαθίσταται χειρουργικά μετά την εξάντληση της μπαταρίας τους (συνήθως κάθε 8-10 χρόνια). Κατά τη μακροχρόνια παραμονή των υλικών αυτών στο εσωτερικό των αγγείων και της καρδιάς μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα όπως δυσλειτουργίες των ηλεκτροδίων, οπότε πρέπει να προστεθούν νέα ή λοιμώξεις, οπότε πρέπει να αφαιρεθεί όλο το σύστημα. Η προσθήκη νέων ηλεκτροδίων είναι προβληματική διότι μπορεί να δημιουργήσει δυσκολία στην απορροή του αίματος και στη λειτουργία της τριγλώχινας βαλβίδας. Από την άλλη μεριά, η αφαίρεση των ηλεκτροδίων από την καρδιά είναι μία δύσκολη, τεχνικά απαιτητική και σε κάποιο βαθμό επικίνδυνη διαδικασία, καθώς τα ηλεκτρόδια δημιουργούν συμφύσεις σε κάθε σημείο επαφής τους με το καρδιαγγειακό σύστημα.

Τις δυσκολίες αυτές τις ξεπερνούν οι σύγχρονοι βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια. Πρόκειται για μικροσκοπικές κυλινδρικές συσκευές που εμφυτεύονται στη δεξιά κοιλία χρησιμοποιώντας σαν οδό προσπέλασης μία μόνο απλή παρακέντηση της μηριαίας φλέβας.


Ουσιαστικά, οι βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια αποτελούνται από μία και μόνο συσκευή, η οποία περιλαμβάνει τη γεννήτρια με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα και μπορεί η ίδια να δίνει τα ηλεκτρικά ερεθίσματα για την δημιουργία της καρδιακής συστολής. Η διαδικασία εμφύτευσης της είναι εξαιρετικά ασφαλής και απλή, καθώς γίνεται με μία απλή παρακέντηση στη μηριαία φλέβα από την οποία εισάγετε ένα πηδαλιουχούμενο θηκάρι δια μέσω του οποίου προωθείται και τοποθετείται ο βηματοδότης μέσα στη δεξιά κοιλία (βλ. video). Η διάρκεια ζωής της μπαταρίας του βηματοδότη είναι περίπου 10 χρόνια και μετά την εξάντλησή της, η συσκευή μπορεί να αφαιρεθεί και να τοποθετηθεί νέα. Μέχρι σήμερα έχουν αναπτυχθεί δύο τέτοιες συσκευές: ο βηματοδότης Micra του κατασκευαστικού οίκου Medtronic και ο βηματοδότης Nanostim του κατασκευαστικού οίκου St Jude Medical. Μέχρι στιγμής έγκριση εμπορικής κυκλοφορίας έχει ληφθεί για τον πρώτο και αναμένεται για τον δεύτερο.

Οι βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια είναι βηματοδότες μιας κοιλότητας, της δεξιάς κοιλίας. Επομένως, δεν ενδείκνυνται για τις περιπτώσεις που χρειάζεται βηματοδότηση και αίσθηση τόσο των κόλπων όσο και των κοιλιών για να επιτυγχάνεται ο μεταξύ αυτών καρδιακός συγχρονισμός. Έτσι, μέχρι στιγμής, οι βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια είναι ακατάλληλοι για την πλειονότητα των περιπτώσεων που απαιτείται βηματοδότηση.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι ακόμα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια μιας νέας τεχνολογίας. Είναι πολλά τα ερωτηματικά όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη τέτοιων συστημάτων. Πχ. Πόσο εύκολη και εφικτή θα είναι η αφαίρεσή τους μετά την ολοκλήρωση της δεκαετίας; Υπάρχουν απώτερες επιπλοκές που δεν γνωρίζουμε;

Σε κάθε περίπτωση όμως, η μέχρι σήμερα επιτευχθείσα τεχνολογία μας κάνει να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Κάποιες από τις μελλοντικές προοπτικές που αναμένονται είναι οι κάτωθι:

⦁ Διεστιακοί βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια
Η ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων θα σημάνει πραγματική επανάσταση στην εξέλιξη της βηματοδότησης. Θα εμφυτεύονται δύο συσκευές: μία στο δεξιό κόλπο και μία στη δεξιά κοιλία (όπως γίνεται τώρα με τα ηλεκτρόδια των συμβατικών διεστιακών βηματοδοτών), όμως οι δύο αυτές συσκευές θα πρέπει να συνεργάζονται για να εξασφαλίζεται ο συγχρονισμός μεταξύ κόλπων και κοιλιών.
⦁ Αμφικοιλιακή βηματοδότηση
Η επιλεκτική τοποθέτηση μιας, τέτοιου είδους, βηματοδοτικής συσκευής, χωρίς ηλεκτρόδια, στο επιθυμητό σημείο της χρονικής καθυστέρησης στην αριστερή κοιλία θα λύσει πολλά προβλήματα στη συμβατική θεραπεία καρδιακού επανασυγχρονισμού
⦁ Συνδυασμός με υποδόριο απινιδωτή
Ο συνδυασμός βηματοδοτών χωρίς ηλεκτρόδια με υποδόριο απινιδωτή μπορεί να υπερκεράσει το πρόβλημα του τελευταίου για αδυναμία βηματοδότησης, χωρίς να καταργεί το πλεονέκτημα της μη ενδαγγειακής παρέμβασης.

2018-07-16T22:28:36+00:00