Κοιλιακές έκτακτες συστολές

Τι είναι;

Είναι μεμονωμένες συστολές που προέρχονται από τις κοιλίες και παρεμβάλλονται στιγμιαία και πιθανόν κατ’ επανάληψη στο φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό. Οι έκτακτες κοιλιακές συστολές διακόπτουν προς στιγμήν το φυσιολογικό ρυθμό, δημιουργώντας συνηθέστερα μία μικρή παύση, μέχρι την επόμενη φυσιολογική συστολή.

Εάν μετά από κάθε μια φυσιολογική συστολή παρεμβάλλεται μια έκτακτη το φαινόμενο λέγεται κολπική διδυμία , ενώ εάν μετά από κάθε δυο συνεχόμενες φυσιολογικές συστολές παρεμβάλλεται μια έκτακτη το φαινόμενο λέγεται τριδυμία. Εάν εμφανίζονται δύο κοιλιακές έκτακτες, η μία μετά την άλλη, τότε μιλάμε για ζεύγος εκτάκτων κοιλιακών συστολών. Ενώ, εάν εμφανίζονται τρεις και η συχνότητά τους είναι μεγαλύτερη από 100 παλμούς το λεπτό, τότε μιλάμε για μη εμμένουσα κοιλιακή ταχυκαρδία. Οι έκτακτες συστολές είναι ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και μπορεί να γίνονται αισθητές σαν μικρές διακοπές ή έντονοι παλμοί σαν «κλωσίματα» της καρδιάς.

Αιτίες

Οι κοιλιακές έκτακτες συστολές μπορεί να προκαλούνται από πολλές καρδιολογικές και μη καρδιολογικές αιτίες
Εκ των καρδιολογικών αιτιών αναφέρονται οι κάτωθι:

  • οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου ή ισχαιμία
  • μυοκαρδίτιδα
  • μυοκαρδιοπάθεια ισχαιμική, διατατική ή υπερτροφική
  • βαλβιδική καρδιακή νόσος

Εκ των μη καρδιολογικών αιτιών:

  • υποξία / υπερκαπνία
  • φαρμακευτικοί παράγοντες: digoxin, συμπαθομιμητικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αμινοφυλλίνη, καφεΐνη
  • ουσίες εθισμού: κοκαΐνη, αμφεταμίνες, αλκοόλ, καπνός
  • ηλεκτρολυτικές διαταραχές: υπομαγνησιαιμία, υποκαλιαιμία, υπερασβεστιαιμία

Πολλές φορές, έκτακτες κοιλιακές συστολές συμβαίνουν χωρίς κανένα παθολογικό υπόστρωμα, όπως διαπιστώνεται με τον συνήθη κλινικό και παρακλινικό έλεγχο.

Συμπτώματα

  • Οι έκτακτες κοιλιακές συστολές μπορεί να γίνονται αισθητές σαν μικρές διακοπές ή κλωσίματα της καρδιάς. Αυτό συμβαίνει διότι κατά την έκτακτη συστολή, επειδή ακριβώς είναι πρώιμη, η καρδιά δεν γεμίζει πλήρως με αίμα και εξωθεί μικρή ποσότητα. Όμως, κατά την επόμενη φυσιολογική συστολή το αίμα που επιστρέφει στην καρδιά είναι περισσότερο από ότι συνήθως και επομένως η επόμενη φυσιολογική, μετά την έκτακτη, καρδιακή συστολή είναι έντονη και πιθανόν αισθητή από τον άρρωστο.
  • Όταν οι έκτακτες κοιλιακές συστολές εμφανίζονται με τη μορφή διδυμίας, δηλαδή μία κανονική – μία έκτακτη, η κατάσταση αυτή μπορεί να γίνει αισθητή ως βραδυκαρδία και να προκαλέσει συμπτώματα αδυναμίας και εύκολης κόπωσης. Αυτό, όπως είπαμε, γίνεται γιατί η εξώθηση αίματος κατά την έκτακτη συστολή είναι μικρή και δεν δημιουργεί έντονο καρδιακό παλμό (φρούδα συστολή). Μάλιστα, κατά τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης με ηλεκτρονικό πιεσόμετρο, η συχνότητα των παλμών μπορεί να καταγράφεται στο μισό της πραγματικά υπάρχουσας (πχ. 30 αντί για 60 παλμοί/λεπτό).
  • Οι έκτακτες κοιλιακές συστολές άλλες φορές μπορεί να είναι ασυμπτωματικές.

Σε περιπτώσεις πολύ συχνών εκτάκτων κοιλιακών συστολών (>10000 το 24ωρο), ακόμα και αν αυτές είναι ασυμπτωματικές, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, εάν αυτές έχουν προηγούμενα προκαλέσει την αδυναμία του καρδιακού μυός.

Κλινική σημασία

Όταν οι κοιλιακές έκτακτες συμβαίνουν σε άτομα χωρίς υποκείμενη καρδιακή νόσο, συνήθως είναι αθώες, δεν προδικάζουν κακή πρόγνωση και αν είναι ασυμπτωματικές δεν απαιτείται και κάποια ιδιαίτερη θεραπευτική παρέμβαση. Εξαίρεση ίσως αποτελούν οι περιπτώσεις που οι κοιλιακές έκτακτες είναι υπερβολικά συχνές >10.000 το εικοσιτετράωρο καθώς μπορεί να οδηγήσουν λόγω του δυσυγχρονισμού που προκαλούν στην καρδιακή λειτουργία σε μείωση της δύναμης του καρδιακού μυός, που εκδηλώνεται με συμπτώματα και ευρήματα καρδιακής ανεπάρκειας, όπως για παράδειγμα η μείωση του κλάσματος εξωθήσεως (τι είναι;)

Σε περίπτωση που οι έκτακτες κοιλιακές συστολές συμβαίνουν σε ασθενείς με δομική καρδιακή νόσο, εκεί θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς μπορεί να σηματοδοτούν μία επιδείνωση της εν γένει καρδιακής λειτουργίας η οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αιτιολογικά.

Σε ασθενείς με παλαιό έμφραγμα του μυοκαρδίου και μειωμένο κλάσμα εξωθήσεως (<40%), ίσως σηματοδοτούν αυξημένο κίνδυνο για αιφνίδιο καρδιακό θάνατο και πιθανόν θα πρέπει να ακολουθείται περαιτέρω διερεύνηση με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.

Διάγνωση – Διαγνωστική διερεύνηση

Οι έκτακτες κολπικές συστολές διαγιγνώσκονται εύκολα από το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή το Ηolter ρυθμού. Στην περίπτωση που υπάρχει υποψία κάποιας καρδιακής νόσου, συνήθως από άλλα συνοδά κλινικά ευρήματα, πρέπει να γίνει και η ανάλογη διαγνωστική διερεύνηση.

Αντιμετώπιση

Για την αντιμετώπιση των εκτάκτων κοιλιακών συστολών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η παρουσία ή όχι συμπτωμάτων και η ύπαρξη η μη υποκείμενης καρδιακής νόσου.

Κοιλιακές έκτακτες συστολές χωρίς υποκείμενη καρδιοπάθεια

Εάν ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός, πιθανόν δεν χρειάζεται καμία θεραπεία, με εξαίρεση την περίπτωση που οι έκτακτες συστολές είναι πολύ συχνές (με όριο τις >10000/ 24ωρο), οπότε πρέπει να ληφθεί μέριμνα για να μειωθεί το αρρυθμικό φορτίο με φαρμακευτική αγωγή η κατάλυση (ablation). Το ίδιο θα πρέπει να γίνει εάν υπάρχουν συμπτώματα με σκοπό την κατά το δυνατόν ελάφρυνση αυτών.

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει: β-αποκλειστές, σοταλολη αμιώδαρονη.

Η κατάλυση, σε περίπτωση απουσίας καρδιακής νόσου, είναι η θεραπεία εκλογής.

Κοιλιακές έκτακτες συστολές σε έδαφος υποκείμενης καρδιακής νόσου

Εάν δεν υπάρχουν συμπτώματα, δεν χρειάζεται να ληφθεί ειδική μέριμνα για μείωση των εκτάκτων, παρά μόνο να ληφθούν όλα εκείνα τα γενικότερα μέτρα που έχουν να κάνουν με την, κατά το δυνατόν, ορθότερη αντιμετώπιση της βασικής νόσου.

Εάν υπάρχουν συμπτώματα, εκτός από τα μέτρα γενικής αντιμετώπισης της καρδιακής νόσου και πιθανόν άλλων επιβαρυντικών καταστάσεων (πχ. ηλεκτρολυτικών διαταραχών, νεφρικής ανεπάρκειας κα.), μπορεί να χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή με: β-αποκλειστές ή και αμιωδαρόνη. Τα λοιπά αντιαρρυθμικά φάρμακα (προπαφενόνη, φλεκαϊνίδη, σοταλόλη κα.) με εξαίρεση ίσως της μεξιλετίνης, πρέπει να αποφεύγονται, καθώς μπορεί να καταστέλλουν τις έκτακτες συστολές, όμως η γενικότερη βλαπτική τους επίδραση μπορεί να επιφέρει την επιδείνωση της καρδιακής νόσου.

Στις περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή αποτυγχάνει, δεν υπάρχουν άλλοι διορθώσιμοι παράγοντες και τα συμπτώματα ή οι επιπτώσεις των εκτάκτων είναι σοβαρές μπορεί να επιχειρηθεί κατάλυση.

2018-06-27T22:11:12+00:00